Οι αρχαίοι Έλληνες συνήθιζαν να συναντιούνται σ' ένα μέρος της πόλης που ονομαζόταν Αγορά (=τόπος συνάθροισης), για να καλύψουν τις επικοινωνιακές και κοινωνικές τους ανάγκες. Αν και στην Αγορά έκαναν αγοραπωλησίες, εξού και η σύγχρονη σημασία της λέξης, αυτή ήταν κυρίως το μέρος όπου συζητούσαν, έκαναν καινούργιες γνωριμίες, μελετούσαν, μηχανεύονταν, δημιουργούσαν. (από την Βικιπαιδεία)

ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΚΥΨΕΛΗ

Οι ’Ελληνες…δέχονται όλους τους αδικημένους ξένους και όλους τους εξορισμένους από την πατρίδα των δι’ αιτίαν της Ελευθερίας». Ρήσεις του Ρήγα Βελεστινλή
*

~

 my-tips-collection
"Η συμφιλίωση των πολιτισμών περνά μέσα από την οικουμενικότητα της Παιδείας"

εν αθήναις

εν αθήναις
.....................Σελίδα με έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωση, με ειδήσεις από την Ελλάδα, την Ευρώπη και τον κόσμο ......................

Ευχές για καλή χρονιά το 2017

Ευχές για καλή χρονιά το 2017
...για όμορφα ταξίδια το 2017

Κυριακή, 17 Απριλίου 2011

Από την παρουσίαση της Ποιητικής Συλλογής «Αφύπνισις» της Άννας Μοσχονίδου Flocafe (Δροσοπούλου & Φωκ. Νέγρη)

Παρουσίαση: Απόστολου Φορλίδα

Της Ποιητικής Συλλογής «Αφύπνισις» της Άννας Μοσχονίδου

Flocafe (Δροσοπούλου & Φωκ. Νέγρη - Κυψέλη) Σαββάτο 16 Απριλίου 2011 (18:30)

Ομιλητές: Λευτέρης Τζόκας, Πρόεδρος της Ενωσης Ελλήνων Λογοτεχνών

Απόστολος Φορλίδας, Ιστορικός Συγγραφέας και Δημοσιογράφος

Μπαλινάκου Παναγιώτα, Συγγραφέας Παιδικής Λογοτεχνίας.

Στην απαγγελία: η Κωνσταντίνα Ρίτσου, Συγγραφέας- Ηθοποιός-Σκηνοθέτης κα

ι Γιατρός



Αγαπητές φίλες και φίλοι καλησπέρα σας

Με χαρά σήμερα βρίσκομαι κοντά σας, για την παρουσίαση της ποιητικής Συλλογής με τον τίτλο «Αφύπνισις», της ποιήτριας και μέλους της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών, Άννας Μοσχονίδου.

Με συγκινεί που βρίσκομαι σε μια γειτονιά, που κάποτε ήταν απ όλες τις απόψεις, ένα ποιητικό σταυροδρόμι στο «Κλοινόν Άστυ» της Αθήνας.

Στους γύρω δρόμους έζησαν και περιδιάβαιναν άνθρωποι του πνεύματος και της τέχνης, που σημάδεψαν με τη γραφίδα και την παρουσία τους, με χρυσά γράμματα τις σελίδες της λογοτεχνίας, της ποίησης, της μουσικής, της δημοσιογραφίας, του θεατρικού σεναρίου.

Μια περιοχή που σηματοδοτεί στο σήμερα, την Αφύπνιση της εποχής μας.

Ένα σήμερα αβέβαιο. Ένα αύριο αβέβαιο.

Αν ακόμη και το σήμερα φαντάζει αβέβαιο. Φανταστείτε πόση Αφύπνιση μας χρειάζεται.

Αν σήμερα η ζωή μας δοκιμάζεται από τις αδυναμίες των άλλων, από τα σωρευμένα λάθη των όποιων διαχειριστών της ζωής μας, σίγουρα δε φταίμε και σίγουρα, δε τα φάγαμε μαζί.

Μπορεί τα λάθη να δαμαστούν και να ξεπεραστούν μέσα απ την Αφύπνιση, την αυτογνωσία, την ηθική, την τιμιότητα, το μόχθο, την ανασυγκρότηση, μα πάνω απ όλα τη βούληση.

Μια νέα μέρα ζούμε. Αυτή που συμβολικά ανασταίνει το Λάζαρο με ένα νεύμα και ένα λιτό "Λάζαρε δεύρω έξω". Ας είναι και οι δικές μας νέες μέρες συμβολικά μέσα στα Βάϊα της Κυριακής, μπας και δούμε και τη δική μας επίγεια Ανάσταση. Γιατί πολλά αγκάθια διάφοροι των θεσμών και των αρχών μας επέβαλαν, χρόνια τώρα να πατάμε.

Ο στρατηγός Μακρυγιάννης, μας τροφοδότησε μέσα απ τα απομνημονεύματά του, τους λογισμούς του, τις πικρίες του, την αγνότητά του και μας έκανε κοινωνούς, σε όλα όσα τότε γίνονταν στη πλάτη ενός λαού, μιας πατρίδας που ανασταίνονταν, αλλά μιας πατρίδας που δομήθηκε θεσμικά, οργανωτικά, λανθασμένα και σήμερα είναι με πήλινα πόδια. Γιατί ίσως ποτέ δεν είχε ο λαός αφεθεί και δεν αφυπνίστηκε ποτέ.

Για να δανειστώ λίγα απ τα λόγια του:

«Και αυτοί βγήκαν σήμερον να προκόψουν την Πατρίδα. Μας γέμισαν φατρία και διχόνοιαν. Και την Πατρίδα δεν την θέλουν Μητέρα κοινή. Αμορόζα εις τα κρεβάτια τους την θέλουν. Γι’ αυτό περνούν και ρεθίζουν τον κόσμον με τέχνες και καμώματα. Και καζαντίσαν αυτοί πουγγιά και αγαθά και αφήκαν τους αγωνιστές, τις χήρες και τα ορφανά εις την άκρην. Αυτοί είναι οι ανθρώπινοι λύκοι, που φέραν δυστυχήματα και κίντυνον εις τον τόπον. Ας όψονται…».

Η Αφύπνισή μας είναι απαραίτητη, είναι σημαντική, είναι αναγκαία.

Ο Γεώργιος Σουρής. Αυτός ο ιδιαίτερος άνθρωπος του λόγου και της ποίησης έγραφε κάποτε:

Ποιός είδε κράτος λιγοστό

σ' όλη τη γη μοναδικό

εκατό να εξοδεύει

και πενήντα να μαζεύει;!

Να τρέφει όλους τους αργούς - Χοντρούς

Να χει επτά πρωθυπουργούς

ταμείο δίχως χρήματα

και δόξης τόσα μνήματα;!

Να' χει κλητήρες για φρουρά

και να σε κλέβουν φανερά

κι ενώ αυτοί σε κλέβουνε

τον...

κλέφτη να γυρεύουνε;!

Και για τον Έλληνα που μάλλον δεν έχει σε πολλά αλλάξει προσέθετε σε άλλο σημείο του ποιήματός του:

Θέλει ακόμα (κι αυτό είναι ωραίο)

να παριστάνει τον... Ευρωπαίο

στα δυο φορώντας τα πόδια που χει

στο' να λουστρίνι στ' άλλο τσαρούχι!!

Δυστυχία σου Ελλάς!

με τα τεκνά που γεννάς!

'Ω Ελλάς, ηρώων χώρα

τι Γαϊδάρους βγάζεις τώρα !!

"Η ποίηση είναι σκέψεις που αναπνέουν, και λέξεις που καίνε." Έλεγε κάποτε ο Έντγκαρ Άλαν Πόε

Η ποίηση είναι ένας πίνακας ζωγραφικής. Ο εμπνευστής και δημιουργός, απλώνει τα χρώματα της ποιητικής του παλέτας πάνω σε ένα κομμάτι χαρτί. Και καλείται ο αναγνώστης να ξεδιπλώσει νοηματικά όλες τις πτυχές σε αυτό το χαρτί και να αναλύσει τα ποιητικά χρώματα.

Δεν είναι λίγες οι φορές, που αριστουργήματα της ποίησης γράφτηκαν σε ένα πακέτο τσιγάρων, στο λευκό περιθώριο μιας εφημερίδας, στο χαρτί ενός τραπεζιού μιας ταβέρνας ή στο πίσω μέρος μιας απόδειξης.

«Πιο δύσκολο να συμπληρώσεις ένα στίχο παρά να σηκώσεις ένα βράχο». Είχε πει κάποτε ο Γιώργος Σεφέρης

Σε αυτό το άψυχο χαρτί, έχουν φιλοξενηθεί αποφάσεις, διατάγματα, καταδίκες, πόλεμοι και ειρήνη. Σε αυτό το χαρτί έχουν ζωντανέψει συναισθήματα και έχουν μεταφερθεί τα πιο δυνατά ανθρώπινα μηνύματα.

Η Άννα Μοσχονίδου μέσα απ το χαρτί, δίνει πνοή στο πνεύμα, στις εικόνες, στα συναισθήματα.

Για να δανειστώ από το ποίημα της στην 74η σελίδα με τίτλο «Κάτι έχει να πει» μερικούς στοίχους.

Κοιτώ το άδειο χαρτί

Σε λίγο κάτι θα χει να πει

Κάτι θα γραφτεί επάνω

Για να συνεχίσει:

Γράφετε κάτι από μόνο του

Το χέρι Του Θεού καθοδηγεί το δικό μου.

Αυτή η σελίδα δεν έπρεπε να μείνει κενή.

Γράφτηκε. Έστω και λίγο.

Έστω και αυτό κάτι έχει να πει.

Θα αναλογιστώ τι είχε πει ο Νικηφόρος Βρεττάκος: «Αν δε μου ’δινες την ποίηση, Κύριε, δε θα ’χα τίποτα για να ζήσω».

Κι εδώ η Άννα Μοσχονίδου, μας λέει το δικό της βίωμα. Ότι το χέρι Του Θεού καθοδηγεί το δικό της.

Δε λείπει λοιπόν, η ταπεινότητα της ποιήτριας. Δε λείπει η βαθύτητα της σκέψης. Το δημιούργημά της είναι αυτό που το χέρι της, μέσα απ την έμπνευση του λόγου εκ της σκέψεως διαβιβάζεται στο άψυχο χαρτί. Και κάποια άλλη δύναμη συμβάλει, ώστε το χαρτί να γεμίσει ή με κάτι πλούσιο νοημάτων ή απλές μουτζούρες, που κάνει ένα νήπιο σε ένα κομμάτι χαρτί. Αλλά κι αυτές ακόμη, είναι έκφραση, αφού το παιδί για τα δικά του δεδομένα και το δικό του γνωστικό υπόβαθρο δημιουργεί, έστω και με μουτζουλιές.

Εδώ όμως, έχουμε νοήματα. Η γραφή της Άννας Μοσχονίδου μέσα από ολιγοσύλλαβα ποιήματα, μας μεταφέρει τη σκέψη, τον προβληματισμό, την αφύπνιση, την παρότρυνση, την προσδοκία.

"Η ποίηση είναι η γλώσσα στο πιο αποσταγμένο της και το πιο δυναμικό της." Είχε πει κάποτε η Ρίτα Νταβ

Κι εδώ η Άννα Μοσχονίδου το χει πετύχει. Το τάλαντο, η οξυδέρκεια, η αφύπνιση των σκέψεων, των αισθήσεων, το μεγαλείο του να ονειρεύεσαι και να προτρέπεις εαυτούς και αλλήλους, δίνει την ώθηση για σκέψη, προβληματισμό, ανάταση και ξεσκούριασμα των κάθε λογής αγκυλωμένων μέσα μας στοιχείων.

Η Άννα μας μιλά για την Ελπίδα. Ποια όμως είναι σήμερα η Ελπίδα;

Αυτή που θα μας λειάνει τα προβλήματα στο μέλλον;

Η ελπίδα που έγινε απελπισία καλή στο παρελθόν;

Για την ελπίδα που αναζητούμε σαν χαρά στο νυν;

Ή για την ελπίδα που θα χει μακαριότητα στο αεί ;

Ζητείται Ελπίς λοιπόν. Και δεν αναζητείται μόνη της, αλλά μέσα απ την Αφύπνιση ελπίζουμε.

Μου έρχονται νοήματα απ το ομώνυμο έργο του αείμνηστου φίλου Αντώνη Σαμαράκη. Ελπίζαμε σε ιδεολογίες. Κατακερματίστηκαν. Ελπίσαμε σε ανθρώπους. Που είναι άραγε; Μας απομένει η Ελπίς των κατατρεγμένων;

Έχει για τη μάνα, την Παναγία, κάτι να πει η Άννα, σε ένα της ποίημα.

Τελικά η Ελπίς ζητείται γιατί εχάθη.

Ζητείται ελπίς όπως Ζητείται μια γραφομηχανή, ένα αρμόνιο, ένα ποδήλατο σε μια αγγελία εφημερίδας; Είναι τόσο πεζή η ελπίς;

Και η Ελπίδα γιατί είναι; Για το υπάρχω.

Και μέσα στο ποίημα Βεντάλια, η Άννα Μοσχονίδου μας το αναδεικνύει μέσα απ τον επόμενο στίχο: «Ομορφαίνεις γιατί το ζεις. Αντλείς δύναμη από το μέγεθος του «νιώθεις», του «θέλω», του «μπορείς»…».

Και όσο επιδιώκεις να υπάρχεις και μέσα απ την Αφύπνιση επιχειρείς να εγείρεις καθηλωμένες συνήθειες, συνθήκες και πρόσωπα, τότε ένας άλλος στίχος της Άννας λέει:

« Οι αλυσίδες σπάνε η μια μετά την άλλη. Η διαμάχη του νου και καρδιάς έχει αρχίσει ».

Για να αναφέρει σε άλλο ποίημα:

«Μια σταγόνα είναι η ζωή μας…διεκδικείς πολεμάς αξίζεις…»

Ένας ατέρμονος αγώνας. Μια συνέχεια, άλλοτε αυτόνομη και άλλοτε σαν ντόμινο, που κάτι το κίνησε και μετά τρέχει.

Ή τυχαία το ακολουθούμε και μας οδηγεί ή το σχεδιάσαμε εμείς.

Άραγε μπορούμε ή βλέπει επάνω ο Θεός και γελά;

Τελικά η παλέτα του ποιητή δε στερείται χρώματα. Και από όσο ξέρω η Άννα έχει έφεση και στη ζωγραφική.

Πινελιές λοιπόν του λόγου. Πινελιές με χρώματα. Η ιδιότυπη πινελιά σε ένα κομμάτι χαρτί με λέξεις κλειδιά. Με λέξεις όλο χρώμα. Με λέξεις που η μια χεράκι – χεράκι με την άλλη, στήνουν το δικό τους χορό, μέσα από σφικτές, πυκνές νοημάτων φράσεις.

Η Άννα το αποδίδει αυτό. Δεν πλατειάζει, δεν σκορπά λέξεις πολλές. Αφήνει τον αναγνώστη να μεταφράσει. Είναι όπως ένας πίνακας ζωγραφικής. Ο θεατής θα οδηγήσει το μάτι και τη φαντασία και θα μεταφράσει.

"Η ποίηση είναι αυτό που χάνεται στη μετάφραση." Έχει πει ο Ρόμπερτ Φροστ

Όμως η Άννα Μοσχονίδου απ τη ποιητική της Συλλογή «Αφύπνισις», έχει τον τρόπο μέσα απ τα ποιήματά της να μας οδηγήσει.

Και ένας άνθρωπος με ευαισθησίες μπορεί να το κάνει. Μια μητέρα σαν την Άννα, που χει την έννοια, το άγχος. Την κάθε επόμενη μέρα.

Στο καβαλέτο της δικής της ζωής, επιχειρεί να σχηματίσει με τα δικά του χρώματα, το περίγραμμα και το περιεχόμενο, στον πίνακα της ζωής.

Και ένας πίνακας, μπορεί να χει και ήλιο και σύννεφα και γαλήνη.

Έτσι είναι και τα ποιήματα της Άννας. Ο καθρέφτης του δικού της κόσμου. Της δικής της ελπίδας. Των δικών της εμπειριών, των δικών της θέλω. Το δικό μας είδωλο.

Πόσο άραγε να απέχουν απ τα δικά μας;

Δε γράφω ποίηση. Έχω αναλωθεί στο βιβλίο, μέσα από ιστορικό - κοινωνικές αποτυπώσεις και βιογραφίες ή το διήγημα, με ανάπτυξη εκατοντάδων σελίδων.

Με εμπνέει αυτό το είδος γραφής, όπως όταν η νοικοκυρά ξετυλίγει το χαλί του σαλονιού για να το στρώσει και όπως αυτό αργά ξετυλίγεται, γεμίζει η ματιά με χρώματα και σχέδια. Και όταν απλωθεί σου γεμίζει το μάτι σου.

Η ποίηση για μένα είναι κώδικας. Είναι γρίφος, είναι σταυρόλεξο. Μέσα απ τις λίγες λέξεις ή τα μεστά νοήματα, προσδοκώ να οδηγηθώ στο πυρήνα, στη σταφυλή του εγκεφάλου του ποιητή. Προσπαθώ να τον αποκωδικοποιήσω σαν άνθρωπο, σαν υπόσταση, σαν συμπεριφορά.

Διαβάζοντας λοιπόν την Άννα και ειδικά τα ελεύθερου μέτρου, ολιγοσύλλαβα, δομημένα και ασκημένα στους χώρους της ποίησης ποιήματα, όπως ο εκλεκτός πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών Λευτέρης Τζόκας έχει αναφέρει, παίρνω συμπυκνωμένα νοήματα, συναισθήματα και δομώ τη σκέψη.

Μια σκέψη πολλές φορές νωχελική. Παρασυρμένη απ τα πολλά και όσα καθημερινά μας πνίγουν. Αυτά που μπορεί να μας ψυχραίνουν και να μας κάνουν απρόσιτους και λίγο κενούς.

Για να πει η Άννα σε ένα στίχο:

«Τόσοι άνθρωποι μες τη βροχή! Μια απρόσμενη δροσιά σου λέει να ντυθείς καλά, μήπως… και κρυώσουν τα συναισθήματά σου».

Στο όριο βρισκόμαστε. Είμαστε σε πολλά παγωμένοι. Απέναντι στον συνάνθρωπο, στο γείτονα, στο συνάδελφο. Μας παρασύρει απόλυτα πια το κάθε δικό μας θέμα και δεν έχουμε ίσως πια αντοχές, να στρέψουμε το βλέμμα μας σε κάποιον που απλά μας μιλάει.

Και με όλα, αυτά είμαστε απορροφημένοι στα δικά μας θέλω, στα δικά μας όνειρα, τις προσδοκίες μας. Και ο χρόνος περνά. Πολλές φορές δεν έχουμε κάνει αρκετά και αναλωνόμαστε.

Σημείωσα ένα ωραίο στίχο της Άννας σχετικό με αυτό.

« πρόσεχε μη ξοδέψεις τη ζωή σου αντλώντας ενέργεια μόνο και μόνο για τις σκέψεις σου ».

Πολλές φορές, η ζωή μας είναι διλήμματα. Σε πολλούς η συνείδηση είναι οδηγός. Είναι σημαία. Άσχετα αν πολλοί ποδοπατούν τη δική τους και τη συνείδηση των άλλων. Η Άννα θέτει σε ένα στοίχο της το δίλημμα.

« Για να επιβιώσεις δεν μπορείς να είσαι ταπεινός. Θα το αντέξει αυτό η δική σου εύθραυστη ψυχή; Ίσως ».

Πόσοι γύρω μας δεν απαρνιούνται την ταπεινότητα, τη συνείδηση. Πόσοι επίσης δε θα θελαν να το κάνουν; Όμως η εύθραυστη ψυχή, όπως η Άννα τονίζει, δεν αφήνει την υποστολή της συνείδησης. Αν θέλουμε, ακούμε τη συνείδηση μας. Μαχόμαστε γι αυτή και Αφυπνίζουμε τις συνειδήσεις των άλλων. Αν θέλουμε.

Όσο κι αν κάποιοι δε θέλουν να βελτιωθούν απ τις όποιες κακές τους συνήθειες ή απ την ματαιοδοξία τους, μάλλον είναι εγωιστές ή πολλές φορές αδίστακτοι απέναντι στην ηθική.

Δε ζητά κανείς σε κάποιον να αλλάξει και να φθαρεί. Αλλά να λειάνει τις ατέλειες του. Να ψηλαφίσει τα ελαττώματά του. Να μην γίνει ο άπιστος Θωμάς, απέναντι στο αυτονόητο. Για να πει σε ένα της στίχο η Άννα.

« Ακόμη και οι πέτρες αλλάζουν σχήμα με το χρόνο. Ειδικά όταν περιλούζονται με θάλασσα ».

Και δε μιλούμε στη φθορά που μεταλλάσει. Αλλά για την καλλιέργεια του πνεύματος, την απαλλαγή μας από την εσωστρέφεια, την βαθιά ανάσα για την επόμενη μέρα.

Γιατί τελικά έχουμε χορτάσει να ακούμε στα κανάλια και τα ραδιόφωνα και να διαβάζουμε στις εφημερίδες, για τόσα πολλά που έχουν γίνει ρουτίνα πια. Εκατομμύρια από εδώ, εκατομμύρια από εκεί, εκατομμύρια παραπέρα. Έχει πάψει πια να μας είναι κάτι συγκλονιστικό. Ακούμε το μπαμ, αλλά τελικά δε μας κάνει αίσθηση. Εκεί μας οδήγησαν.
Χαρακτηριστικός είναι ο στίχος της Άννας Μοσχονίδου:

« Δεν είναι σύμπτωση ότι δεν ακούς. Δεν είναι σύμπτωση ότι κανένας θόρυβος δεν εισακούεται πλέον ».

Μπορεί να χουν πάθει κώφωση μερικοί. Μπορεί κάποιοι να χουν μάθει να μιλάνε μέσα απ το στόμα τους. Και κάποιοι άλλοι να λένε ότι βολεύει. Ο κόσμος έχει ανάγκη από αλήθειες. Πόσο μας έχουν στερήσει χρόνια απ αυτές;

Η Άννα στην αποστροφή ενός στίχου γράφει:

« πάντα κάτι θέλουν να πουν οι άνθρωποι… πείτε κάτι αληθινό κι ας πονέσει… »

Αυτό πια αναζητούμε. Χορτάσαμε πολλά και με πολλά ψέματα.

Έτσι έχουμε μάθει να ζούμε μέσα στο σκοτάδι, επειδή κάποιοι το θέλουν. Μας έχουν λείψει τα λόγια τα αληθινά. Κάποιοι τα κρύβουν μόνο για τον εαυτό τους και τα συμφέροντά τους.

Γράφει η Άννα σε ένα στιχάκι της:

« Φωτίστε το χώρο με λόγια μην ανάψετε κεριά ».

Για να μου θυμίσει παραφράζοντάς το τα λόγια του George Bernard Shaw:

« Για μένα, η ζωή δεν είναι ένα κεράκι που τρεμοσβήνει.

Είναι ένας δυνατός προβολέας

Που ήρθε η σειρά μου να τον κρατήσω

Και θέλω να τον κάνω να λάμπει

Όσο περισσότερο γίνεται,

Πριν τον παραδώσω στις επόμενες γενιές ».

Εμείς θέλουμε η κάθε νέα γενιά να ναι το μέλλον. Κάθε παιδί, κάθε παιδικό χαμόγελο να πάρει πάνω του την επόμενη δική μας μέρα.

Πόσο θα το αφήσουν; Πόσο θα μας αφήσουν εμάς να το αφήσουμε, αυτοί που μας οδηγούν σε όλο τον κόσμο;

Πόσο καταστρέφουμε τη ζωή μας... και το χαμόγελο του παιδιού, που ναι τελικά η επόμενη μας μέρα;

Έχω ζήσει τα παιδιά στην Αφρική, που παρά ταύτα χαμογελάνε μέσα στην πείνα και την δυστυχία τους, χωρίς να ξέρουν αν την επόμενη θα ζουν για να χαμογελάσουν πάλι.

Κι έχω ζήσει τα παιδιά τα δικά μας και άλλων λαών, που αν δε τα πας κάθε μέρα στο Jumbo δε χαμογελάνε.

Ας κάνει ο κάθε γονιός το παιδί του άξιο συνεχιστή και "όνειρο" για μια επόμενη μέρα.

Εμείς χτίζουμε το μέλλον με υλικό το χαμόγελο ενός παιδιού...

Και μιας και αναφέρθηκα σε γονιούς. Θα σταθώ υπομονετικά σε κάτι, που η Άννα έχει αναδείξει έτσι, αλλά κι όπως αρμόζει.

Δίνει αξία, τιμές και τον πρέποντα σεβασμό στη μάνα.

Η δική της δεν είναι κοντά της εδώ και κάποια χρόνια. Η απώλεια δεν είναι απώλεια στη μνήμη και στις συνήθειές μας. Η απουσία είναι αυτό που κυριαρχεί. Και στη μνήμη και σαν φυσική ύπαρξη.

Μπορεί να μεγαλώνουμε, αλλά η παρουσία της μάνας, είναι σα τη σκιά μας. Δε μας εγκαταλείπει ποτέ, ακόμη και αν δεν είναι πια δίπλα μας.

Στέκει συμμαρτυρώντας σε κάθε μας βήμα, σε κάθε μας χαμόγελο ή δάκρυ.

Ήταν όρθια στον Υιό της τον Εσταυρωμένο, κοιτώντας Τον, ατενίζοντας μέσα από τις πληγές των ήλων το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον.

Το αίμα του Υιού είναι το δάκρυ της μάνας που έχει χύσει για το παιδί της. Και από χαρά και από λύπες.

Η λόγχη διαπέρασε και τα δικά της πλευρά. Ο όξος της στέγνωσε και το δικό της στόμα. Αν και στεγνό και με ξεραμένα χείλη, η γλυκύτητα από το στοργικό φιλί της μάνας παραμένει.

Σε κάποια αποστροφή του στίχου η Άννα γράφει:

«…Λυπάμαι και πονώ,

Που δε μπορώ να σε αγγίξω.

Ξέρω όμως ότι είσαι μαζί μου.

Το νιώθω, γιατί σε αγαπώ!

Μόνον όταν δεν αγαπάμε κάποιον πεθαίνει.

Αγαπημένη μου μάνα.

Κόσμημά μου!...».

Για να δούμε και τον συμβολισμό με τη μάνα μας και τη μητέρα του Υιού, από ένα άλλο στίχο ποιήματος της Άννας για την Παναγία.

«…Στον πόνο λέμε «μάνα μου» ή «Παναγιά μου»

Διπλή η αναζήτηση

Διπλή η παράκληση…»..

"Η ποίηση είναι ό,τι αξίζει να θυμάται κανείς στη ζωή." Έχει πει ο Γουίλλιαμ Χάζλιτ.

Δεν υπάρχουν μικροί και μεγάλοι ποιητές. Υπάρχουν λιθοξώοι, αλλά και γλύπτες που κατεργάζονται την πέτρα και τη διαμορφώνουν. Έτσι και στην ποίηση. Δεν παίζει ρόλο αν το χέρι που σμιλεύει το λόγο είναι χέρι διάσημο. Δεν παίζει ρόλο, αν γράφει με χρυσή πένα ή ένα ξύλινο κακοτροχισμένο μολύβι.

Αξία και σημασία έχει να καταπιάνεται κανείς και με το χαρτί και με το μολύβι. Γιατί σήμερα έχουμε φθορά πνευματική, φθορά αξιών.

Μιλάμε στο διαδίκτυο με ελληνικά γραμμένα με λατινικούς χαρακτήρες.

Υπάρχει έκθεση βιβλίου στην πλατεία Κλαυθμώνος. Ελάχιστοι την επισκέπτονται. Τις πταίει; Πολλά, αλλά δεν είναι της παρούσης.

Ή αν θέλετε, θα υπενθυμίσω το στίχο απ τους Χαιρετισμούς στην Παναγία από την Τρίτη Στάση

« Χαίρε, φιλοσόφους ασόφους δεικνύουσα, χαίρε τεχνολόγους αλόγους ελέγχουσα.

Χαίρε, ότι εμωράνθησαν οι δεινοί συζητηταί, χαίρε ότι εμαράνθησαν οι των μύθων ποιηταί ».

Κι επειδή σήμερα έχουμε να κάνουμε με μια αξιοπρεπή και αγωνιζόμενη δημιουργό. Που μοχθεί στο στίβο της ζωής. Που περνά τις δικές της συμπληγάδες πέτρες. Που αναθρέφει δυο υπέροχες κόρες. Την συγχαίρω, που έχει το κουράγιο και πιάνει την πένα της και σχηματοποιεί τις σκέψεις της πάνω σε ένα χαρτί.

Για να σας θυμίσω τα λόγια του Γρηγόρη Ξενόπουλου

«Ίσως υπάρχουν γυναίκες που υποπτεύονται ότι δεν είναι ωραίαι, αλλά δεν υπάρχει ποιητής, που να μην έχη την βεβαιότητα ότι είναι μεγάλος».

Για να το λειάνω όμως και να κλείσω ευχάριστα, θα πω ότι ο μέγας Ξενόπουλος δεν είχε άδικο. Πάντα υπήρχαν και θα υπάρχουν ακρότητες. Όμως σήμερα στη δική μας περίπτωση, η Άννα Μοσχονίδου και όμορφη στο πνεύμα είναι και όμορφη στην όψη.

Την διακατέχει όμως μια ταπεινότητα και μια για όσους την ξέρουν από κοντά, μια λεβεντιά και μια περηφάνια για ότι κάνει και με ότι καταπιάνεται.

Τις ευχόμαστε να χει πάντα διάθεση, έμπνευση και κουράγιο να δίνει στα νοήματα αξία, μέσα από το άψυχο χαρτί και να συνεχίσει να γράφει, όχι για να γίνει σε εισαγωγικά μεγάλη, αλλά για να μην αφήσει μέσα της να στερέψει η έκφρασή της.

Άννα, συγχαρητήρια και πάντα επιτυχίες.


Τις ευχές μου σε όλους για Καλή Ανάσταση και Καλό Πάσχα.